*Γράφει ο Στέλιος
Αρσενίου
Στην Ελλάδα οι
μάγειροι και οι ζαχαροπλάστες είσαστε ποιο γνωστοί και από τον Αρχιεπίσκοπο,
τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Πρωθυπουργό.
Παραμονή Πρωτοχρονιάς, πήγα στο εργαστήριο από νωρίς το βράδυ
της προηγούμενης μέρας
Όπως και οι φουρνάρηδες, οι οποίοι την παραμονή της
Πρωτοχρονιάς, έβγαλαν ψωμί για τρεις μέρες.
Εγώ δεν έβγαλα ψωμί, αλλά βασιλόπιττες. Με λίρες Αγγλίας
μέσα. Εξαίρεση η βασιλόπιττα του Μιχάλη Σπανίδη. Σ΄ αυτήν έβαλα μια αθηναϊκή.
Οι βασιλόπιττες είναι καμιά φορά με εκπλήξεις. Τις
επιφυλάσσουν οι πελάτες σε φίλους, γνωστούς, συγγενείς.
Ευκαιρία και για μας τους ζαχαροπλάστες να μαθαίνουμε ποιοι
έχουν στην κατοχή τους «σκληρά» νομίσματα.
Γύρω στις τέσσερις το πρωΐ,ενώ άκουγα ένα CD με τίτλο «Ο
ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ» με τον Κούτρα και τη Γλυκερία, ακούω ένα περίεργο θόρυβο,
μέσα στο φούρνο, που εκείνη την ώρα δεν ήταν σε λειτουργία.
Πηγαίνω κοντά, και τι να δω.
Ο Αϊ - Βασίλης φρέσκος - φρέσκος, με την κάτασπρη γενειάδα
του, τα περίπου όσο δικά μου κιλά, την κόκκινη φορεσιά, το σάκο με τα δώρα,
χαμογελαστός, ψηλός, ευθυτενής.
Για φαντάσου. Είναι αλήθεια. Δεν είναι μύθος, δεν είναι
ζύθος, λέω στον εαυτό μου.
Άνοιξα την πόρτα του φούρνου για να βγει έξω.
Σφιχταγκαλιαστήκαμε, ανταλλάξαμε ευχές, φιλοφρονήσεις.
Σαν κάτι από την αντίδραση του μπακλαβά όταν δέχεται το
σιρόπι.
Ας τον καλοπιάσω είπα στον εαυτό μου. Πού ξέρεις. Μέσα στη
μαύρη σακούλα κάτι θα έχει και για μένα. Ίσως την σύνταξή μου. Ίσως καμιά
καινούρια μοτοσικλέτα.
Είχαμε τον διάλογο που σας παραθέτω.
-Άγιε καλώς όρισες. Χρόνια πολλά. Κόπιασε να ξαποστάσεις.
Μεγάλη τιμή να είσαι κοντά μας.
-Εγώ πάντα ήμουν και είμαι κοντά σας. Εσείς απομακρύνεστε
από μένα. Με πικραίνετε. Με στενοχωρείτε. Τα δώρα μου σκέφτεστε, όχι εμένα.
-Δεν έχεις άδικο. Μπρος στα δώρα, τι είναι οι Άγιοι. Αυτή η
σακούλα είναι που κάνει τη διαφορά. Να σου βάλω ένα τσιπουράκι;
-Όχι ευχαριστώ. Προτιμώ ένα ποτηράκι κόκκινο κρασί. Εκτός
αυτού, θέλω να με ακούσεις. Έχουμε την ανάγκη κι εμείς οι Άγιοι σε κάποιον να
τα λέμε. Έχουμε κι εμείς τον καημό μας.
-Άγιε μετά χαράς. Αρκεί να περνάει από το χέρι μου.
-Θέλω να γίνω μάστερσεφ. Βαρέθηκαν οι τάρανδοι και τα ελάφια
να τρώνε χόρτο μονάχα. Να μάθω κάποιες συνταγές. Να με δείχνει και η τηλεόραση
σαν τον Λαζάρου, τον Παρλιάρο και τους άλλους. Στην Ελλάδα οι μάγειροι και οι
ζαχαροπλάστες είσαστε ποιο γνωστοί και από τον Αρχιεπίσκοπο, τον Πρόεδρο της
Δημοκρατίας, τον Πρωθυπουργό.
-Αυτό γίνεται Άγιε. Θα περιμένεις λίγο να ξημερώσει, να
φωνάξουμε τη Στέλλα Σπανού, να το συζητήσουμε. Έχω και κάτι καλύτερο, να σου
προτείνω. Θέλεις να σε κάνουμε «ΑΡΧΙΜΑΓΕΙΡΑ» στο πρωτάθλημα της σούπερ λίγκα
και όλων των άλλων κατηγοριών του ποδοσφαίρου μας; Θα «ξεφουρνίζεις»
πρωταθλητές, θα «αξιολογείς» διαιτητές, θα είσαι το Α και το Ω πάσης
ποδοσφαιρικής διαπλοκής. Θα αφήσεις τα ελάφια και θα κυκλοφορείς με ΚΑΓΙΕΝ.
Τέτοια που μας πήρε πίσω ο Όλι Ρεν.
-Μάστορα Άγιος είμαι, όχι κερατάς.
-Έ, τότε, μείνε Άγιος. Εγώ θα ήθελα να σε δω πιό ψηλά στην
κοινωνία.
-Μάστορα, να φύγω τώρα. Θέλεις κάτι;
-Ναι. Το δώρο μου. Κάτι, τέλος πάντων. Εδώ, σούστρωσα
μπορντώ χαλί να πατήσεις. Έτρεχα στις 4 το πρωΐ να σου βρώ και κόκκινο κρασί.
Καμιά σύνταξη δεν έχει μέσα στη σακκούλα;
-Όχι ακόμα. Θα περιμένεις άλλα δυό χρόνια. Έλα, πάρε μιά
δίγραμμη επιταγή να πληρώσεις τα τέλη κυκλοφορίας. Σήμερα είναι η τελευταία
μέρα. Θα τα ξαναπούμε του χρόνου.
Ο Άγιος άνοιξε την πόρτα του φούρνου, μπήκε μέσα, εξαϋλώθηκε.
Λίγο αργότερα, ήρθε ο Μιχάλης Καμπάς, να μου πει τα κάλαντα.
Μελωδικά. Με τη φυσαρμόνικα.
Καλή χρονιά σε όλους.
Υγεία, δύναμη, αντοχές.
Στέλιος Αρσενίου


