29 Μαΐου

«ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ», ΤΗΣ ΤΑΤΙΑΝΑΣ ΣΤΑΥΡΟΥ (1899 Κωνσταντινούπολη – 1990 Αθήνα)

29 Μαΐου




["Σελίδες Ημερολογίου", θα μπορούσε να ονομαστεί η μικρή αυτή εργασία που επεθύμησε να φέρει στην επιφάνεια της μνήμης τα περιστατικά της πολιορκίας του 1453. Γιατί το τρομαχτικό αυτό γεγονός δε θάφτηκε ποτέ τελειωτικά. Μήτε και έπαυσε ποτέ κατά πολλούς τρόπους και με μύριες αφορμές να επηρεάζει ακόμη τη μοίρα του Ελληνισμού.
Οι δοκιμασίες που προηγήθηκαν της πολιορκίας και προϊδεάζουν για την τύχη που περιμένει τους τελευταίους προμάχους του Σταυρού στην πρώτη χριστιανική πρωτεύουσα της Οικουμένης είναι πολλές. Άρχισαν πολύ πριν από την επίσημη έναρξη της πολεμικής ημερομηνίας. Αποτελούν έτσι μιαν άλλη σελίδα στην τραγική ιστορία του τέλους. Παρ' όλα αυτά όμως η αρχή, η αποφράς εκείνη 6 Απριλίου, αφήνει κάποιαν ελπίδα ελπίδας να θαμποφέγγει. Μονάχα όταν τα μερόνυχτα διπλώνουν και ο αποκλεισμός της Πόλης-Κράτος ολοκληρώνεται, τότε το αληθινό πρόσωπο της τραγωδίας παίρνει το σχήμα του. Τότε και το δράμα ανεβαίνει στις κορυφές του υψηλού πάθους.
Αυτές τις ύστατες 29 ημέρες του Μαΐου όπου η ένταση φτάνει στο άωτον θέλησε η συγγραφεύς να αναστήσει με όσο γίνεται περισσότερη ιστορική μέριμνα, σεβασμό και πίστη. "Σωφρόνως και ευσεβώς και δικαίως" όπως ταιριάζει στα φοβερά πάθη των Βυζαντινών μαρτύρων και ηρώων.
Αν την αφιερώνει στον Μεγαλομάρτυρα βασιλέα τους είναι γιατί πιστεύει ότι με τη θυσία τον γεφυρώνει ένα ιστορικό χάσμα τεσσάρων αιώνων. Στην εποχή του βρίσκονται οι ρίζες της τωρινής μας ύπαρξης καταπώς διαμορφώθηκε στους χρόνους της εξουθένωσής μας.
Μέσα στο ζοφερό ύπνο της δουλείας, λαμπάδα ορθή, η μορφή του η αποπνευματωμένη, παρηγορούσε, εμψύχωνε και οδηγούσε προς την Ανάσταση. Έγινε θρύλος, έγινε παραμύθι, τραγούδι έγινε μα και δεν έπαυσε ποτέ να συντροφεύει το ορφανεμένο Γένος με την απόκοσμη παρουσία του.
Μαρμαρωμένος και ζωντανός, νικημένος και νικητής του θανάτου ντύθηκε όλες τις όψεις που του έδωσε η λαϊκή φαντασία. Ανταποκρίθηκε σε όλες τις λαχτάρες της ψυχής ενός χιλιοβασανισμένου λαού και δεν τον αποχωρίστηκε ως την κάποια δικαίωσή του].
***
Ο  ακάνθινος στέφανος πού φόρεσε — 6 του Γενάρη 1449 σ' ένα μελαγχολικό εκκλησάκι του Μυστρά ανήμερα τα Θεοφάνεια — τό τέταρτο τέκνο του Αυτοκράτορα κυρ Μανουήλ Παλαιολόγου, χαράζει τον κύκλο του στο βασιλικό μέτωπο.  Η Μεγάλη Εβδομάς των Παθών — πενηντατρία μερόνυχτα — κύλισε μέσα στην εγκατάλειψη και την οδύνη. Την ανηφορική οδό του Γολγοθά, ο Εκλεκτός της Μοίρας, την ανέβηκε συντροφεμένος από λαό ολόκληρο, όμως κανένας Σίμων Κυρηναίος δε βρέθηκε ίνα άρει τον Σταυρόν αυτού.
Τώρα δεν απομένει πλέον παρά η τελειωτική Σταύρωση. Και να βρεθεί ο ταιριαστός τόπος. Του Κρανίου ο τόπος. Μα και τούτος είναι έτοιμος. Τον έχει εκλέξει ο ίδιος από την πρώτη στιγμή, όταν έστηνε την Αυτοκρατορική σκηνή του «εις το σπουδαιότατον εκείνο σημείον της μεγίστης τιμής και του μεγίστου κινδύνου». Στην Πύλη του Άγιου Ρωμανού.
Η ολονύκτια αγωνία και το «Παρελθέτω» του όρους των Έλαιών έληξαν χτες τα μεσάνυχτα, όταν ο κολασμένος κλοιός από μυριάδες, πυρκαϊές γύρω στην πολιτεία έσβησε. Όταν οι βλαστήμιες, οι χλευασμοί τα ουρλιάσματα, το πετροβόλημα κόπασαν και η γαλήνη φορτωμένη υποψίες και τρόμους διαδέχτηκε τη μανία.
Τότε ο μάρτυρας με τον ακάνθινο στέφανο στο πλατύ μέτωπο έκαμε για μια ακόμη φορά τη μοναχική του περιοδεία στα τείχη της Θεοφύλακτης.
Με σύντροφο τον παλιό γραμματικό, κίνησε να μεταδώσει το θάρρος και την ελπίδα στους άντρες της φρουράς «Προς το φυλάττειν αγρύπνως».

***
Είτανε Τρίτη, δύο ώρες πριν να φέξει, 29 Μαΐου 1453.
Το πρώτο κύμα — πενήντα χιλιάδες κορμιά — ρίχτηκε από την πιο ψηλή γωνία του τριγώνου, το παλιό παλάτι του Πορφυρογέννητου ίσαμε κάτω την κατηφοριά, στην κοιλάδα του Λύκου. Οι μπασιμπουζούκοι πού αρχίζουν την έφοδο κουβαλούνε μαζί τους χιλιάδες σκάλες, εξόν τα τόξα, τα βέλη, τις σφεντόνες, τους μπαλτάδες και τα μακριά δόρατα. Προχωρούν με βήμα σιγανό στην αρχή και όταν φτάνουνε πια σε απόσταση βολής κόβουνε την προέλαση και η μάχη αρχίζει. Βροχή τα βέλη κι' από τις δυο μεριές, οι λίθοι, τ' ακόντια. Χωριστά οι μολυβένιες σφαίρες από τα τουφέκια και τα μικρά πετροβόλα πού ανέβασαν στις επάλξεις οι πολιορκημένοι. Μάζα πηχτή οι επιτιθέμενοι πήδησαν και πέρασαν το κατεστραμμένο χαντάκι, όσο να ανοιγοκλείσει μάτι, χιλιάδες σκάλες στήθηκαν κι' επάνω λαχανιασμένοι, τσαλαπατημένοι βάλθηκαν να σκαρφαλώνουν οι άτακτοι του Καρατζάμπεη. Μα οι σκάλες γκρεμίζονται φορτωμένες κορμιά. Κοτρώνια, πέτρες πέφτουνε από πάνω και καταπλακώνουν τους γκρεμισμένους.
Τότε άλλοι έρχονται και τολμούν με καινούρια μανία όμως και τούτοι σκοτώνονται χωρίς ελπίδα γλιτωμού από πουθενά. Όποιος πισωπατήσει δειλιασμένος συναντάει το βούρδουλα και τα καμουτσιά των τσαούσηδων πού τον ξαναστέλνουν στο θάνατο. Κι' αν κανένας ξεφύγει παραπίσω, τότε γυμνά γιαταγάνια γεννιτσάρων τον θερίζουνε αδίσταχτα. Όπως κι' αν κάνουν ο χαμός τους είναι σίγουρος γιατί απέναντι τους μπροστά βρίσκονται τα εκλεκτά στρατεύματα της φρουράς του Αυτοκράτορα και οι άτρομοι άνδρες του στρατηγού Ιουστινιάνη. Δίχως ν' ανασάνουν οι θωρακισμένοι μαχητές τούτοι, γερμένοι στις επάλξεις, χτυπούν ίσα πάνω στο συρφετό. Αναποδογυρίζονται οι σκάλες, όσο πού το πρώτο κύμα της εφόδου καταπονιέται. Όμως οι ανελέητοι μπέηδες τους ξαναστέλνουν «ανοικτιμόνως» κι' έτσι καταφέρνουν να φτάσουν κι' ως την κορφή του τείχους ακόμη για μια στιγμή.

***
 Ο Αυτοκράτορας πρώτος μάχεται έξω από την πύλη του Ρωμανού έχοντας το άνθος του Βυζαντίου μαζί του. Εκεί και οι άντρες του αφοβοτάτου, του «μεγάθυμου» στρατηγού Ιωάννη Ιουστινιάνη κατακόβουνε τους κομπαστές, τους αλαζόνες γεννιτσάρους πού  τολμούνε να πατήσουν το ιερό χώμα της Βασιλεύουσας.
Ο Παλαιολόγος παίρνει θάρρος. Λίγο ακόμη φωνάζει, λίγο ακόμη και νικούμε τη φορά αυτή όπως τις άλλες. Για το Χριστό μας! για την ελπίδα και χαράν πάντων Ελλήνων. Για την Αιωνίαν Νομήν πού προσφέρει στην ψυχήν η θρησκεία των πατέρων μας, πολεμήστε ανδρείοι!

Γύρω στα κάστρα, στις επάλξεις, τα φρούρια κατεβαίνει ο δικέφαλος των Παλαιολόγων κι' ανεβαίνει στη θέση του η ματωμένη σημαία του εχτρού.
Μια κραβγή φρικτή αντηχεί πέρα ως πέρα και παγώνει τον αέρα : Εάλω η Πόλις! Εάλω η Π ό λ ι ς!
Τότε ο Κωνσταντίνος ο ΙΑ'  ξεπεζεύει και με το σπαθί γυμνό και την ασπίδα υψωμένη ρίχνεται να σταματήσει το καταραμένο πλήθος πού βιάζεται να κυριέψει την «Βασιλείαν» του. Ο ακάνθινος στέφανος, σφίγγει στο μέτωπο ενωμένος με τη σάρκα αχώριστος. Ούτε τα δόρατα, ούτε οι σπάθες, τα γυριστά γιαταγάνια, η λύσσα των ορδών πού δρασκελούν το προτείχισμα και συντρίβουν τους νεκρούς και τους πληγωμένους δεν είναι ικανές να τον αποσπάσουν. Θα μείνει εκεί εις την αιωνιότητα.
Ο τελευταίος Αυτοκράτορας του Βυζαντίου πέφτει ανάμεσα στο μέγα πλήθος των μαχητών πού έδωσαν τη ζωή αυτοπροαιρέτως για να υπερασπίσουν την  περικαλλή πατρίδα και την  Πίστη εις Εκείνον πού υπόσχεται  Ν ο μ ή ν  της ψυχής αιωνίαν.
«Ην δε πάσα η ζωή του αοιδίμου έν βασιλεύσι και γαληνότατου και μάρτυρος τούτου χρόνοι τεσσαράκοντα εννέα και μήνες τρεις και ημέραι είκοσι»

Share this

Related Posts

Previous
Next Post »